δειελινός

δειελινός, ή, όν,
A = δείελος, at evening, Theoc.13.33;

δειελινὴν τὴν δ' εἷλε κακὸς χλόος Call.Aet.3.1.12

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δειελινός — δειελινός, ή, όν (Α) ο δείελος, αυτός που γίνεται κατά το δειλινό. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ποιητικό τ. τού δειλινός] …   Dictionary of Greek

  • δειελινός — at evening masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειελινόν — δειελινός at evening masc acc sg δειελινός at evening neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειελινοί — δειελινός at evening masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειελινήν — δειελινός at evening fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειελινῷ — δειελινός at evening masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.